επινάστιος

ἐπινάστιος, -ον (Α)
μέτοικος, έποικος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + *-νάστιος (< θ. νασ- τού ρ. ναίω «κατοικώ». Πρβλ. παθ. αόρ. ε-νασ-θην. Μαρτυρείται και η γλώσσα νάστης), τ. πού απαντά μόνον εν συνθέσει (πρβλ. μετα-νάστιος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπινάστιος — taken as a stranger into a country masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπινάστιοι — ἐπινάστιος taken as a stranger into a country masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.